ΜΠρΡοδοπ 30/2021

Με την υπ’ αριθμ. 30/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης απορρίφθηκαν εφέσεις του Ελληνικού Δημοσίου και ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας κατά εντολέως μας και κατά απόφασης του ν. 3869/2010 περί υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων που διέγραψε το 80% της οφειλής της, καθώς κρίθηκε α) ότι η υπαγωγή των οφειλών προς το Δημόσιο και ασφαλιστικούς φορείς στις ευνοϊκές διατάξεις του ν. 3869/2010 είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και β) ότι ο ισχυρισμός των μετεχόντων πιστωτών περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.

Ακολουθεί απόσπασμα της απόφασης:

«Με τον 1° λόγο του εκκαλούντος της α’ εφέσεως, πλήττεται η εκκαλουμένη για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Συγκεκριμένα διότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β’ ν. 3869/2010 ως ίσχυε με την τροποποίηση του με το ν. 4336/2015 ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 4§5 και 78§1 του Συντάγματος όπως ειδικότερα εκθέτει στο εφετήριο δικόγραφο. Ο λόγος αυτός είναι νόμω αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, η διάταξη άρθρου 1 παρ. 2 β` του νόμου 3869/2010, δια της οποίας υπάγονται σε ρύθμιση με τον νόμο των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α και β` βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών αλλά και οι βεβαιωμένες οφειλές στην Φορολογική Διοίκηση δεν είναι αντισυνταγματική. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η αίτηση είναι νόμιμη και ως προς τις οφειλές των αιτούντων προς το εκκαλούν, πλην αυτών που απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο ως μη νόμιμες, δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και για το λόγο αυτό πρέπει ο σχετικός λόγος εφέσεως να απορριφθεί…

 

Εξ όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η απούσα είχε την δυνατότητα να εξυπηρετεί τις οφειλές της κατά το χρόνο ανάληψής τους, δεδομένου ότι ο μισθός της αγγίζοντας μηνιαίως τα 1.000 ευρώ κάλυπτε τις ισόποσες μηνιαίες δανειακές τις υποχρεώσεις, ενώ οι βιοτικές ανάγκες της καλύπτονταν από το εισόδημα του συζύγου της, που τότε ήταν εν ζωή και υπολογίζεται στα 450 ευρώ μηνιαίως κατ’ ελάχιστον, κατά τα διδάγματα της κοινή πείρας δεδομένου ότι αυτός ήταν ουσιαστικώς που λειτουργούσε την ταβέρνα «..» στην .., μολονότι η άδεια του καταστήματος ήταν επ’ ονόματι της κόρης η οποία εργαζόταν σε κατάστημα πώλησης ρούχων. Οι λόγοι που οδήγησαν την αιτούσα σε αδυναμία πληρωμής, ήδη πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, ήταν, αρχικά η λόγω της οικονομικής κρίσης μείωση του εισοδήματος της και εν συνεχεία η ολοκληρωτική απώλεια αυτού λόγω απόλυσής της, -σημειώνεται ότι ο χρόνος προσφυγής της στα μετέχοντα πιστωτικά ιδρύματα για διακανονισμό των οφειλών της συμπίπτει με το χρόνο έναρξης των περικοπών στις μηνιαίες αποδοχές της- , σε συνδυασμό με το σοβαρότατο πρόβλημα υγείας του συζύγου της, συνεπεία του οποίου ο τελευταίος απεβίωσε το έτος 2014 ως προελέχθη. Τα ανωτέρω γεγονότα, που την οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της δεν ήταν σε θέση να τα προβλέψει. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός των μετεχόντων πιστωτών περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, με απολογία που συμπληρώνεται από την παρούσα και έκανε εν μέρει δέκτη την αίτηση ως ουσία αβάσιμη, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και συνεπώς οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες, 1ος (αντισυνταγματικότητα) 2ος (καταστρατήγηση καθήκοντος ειλικρίνειας), 3ος (δολία περιέλευση αιτούσας σε αδυναμία  πληρωμών), 4ος (περί μηδενικών μηναίων καταβολών) και  5ος(εξαίρεση της εκποίησεως της κινητής περιουσίας) και οι 1ος κακή Εκτίμηση αποδείξεων) και 2ος (δολία περιέλευση αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών), της ενδίκου β’ εφέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, όπως και οι δύο εφέσεις στο σύνολό τους, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα.»