Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης για ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης

Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης για ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης

Η άσκηση ανακοπής κατά της εκτέλεσης από τον οφειλέτη δεν είναι αρκετή για την ολοκλήρωση της άμυνας του. Τούτο διότι αυτή δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα παρά μόνο σκοπεύει στην ακύρωση της πράξης εκτέλεσης που προσβάλλεται. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει οπωσδήποτε, μετά την άσκηση ανακοπής, να υποβάλλεται και αίτηση αναστολής, ώστε να επιτυγχάνεται η αναστολή της εκτέλεσης τουλάχιστον έως την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής.

Μεταξύ άλλων παρεμβάσεων στο πεδίο του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης ο ν. 4335/2015 επέφερε και την κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ το οποίο ρύθμιζε την αναστολή εκτέλεσης. Πλέον η δυνατότητα υποβολής αίτησης αναστολής εξαρτάται από το είδος της εκτέλεσης που επισπεύδεται εναντίον του οφειλέτη και ειδικότερα από το εάν αυτή είναι άμεση ή έμμεση.

Στην περίπτωση επίσπευσης άμεσης εκτέλεσης (ΚΠολΔ 941, 942, 943), ο οφειλέτης διατηρεί τη δυνατότητα υποβολής αίτησης αναστολής, σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 1 περ. γ΄, αμέσως μετά την έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας, ήτοι μετά την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση. Η αίτηση υποβάλλεται αφότου έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης ή έστω έχει κατατεθεί η ανακοπή πριν την κατάθεση της αίτησης αναστολής, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η πρώτη θα επιδοθεί στη συνέχεια και δεν υπόκειται σε κάποια προθεσμία, με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα πρέπει να υποβληθεί πριν τη λήξη της εκτελεστικής διαδικασίας, δηλαδή πριν διενεργηθεί και η τελευταία πράξη εκτέλεσης, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα καθίστατο άνευ ουσίας. Για να ασκηθεί αρκεί η κατάθεσή της σύμφωνα με το άρθρο 686 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως προς την αρμοδιότητα υλική και τοπική, η αίτηση θα πρέπει να υποβληθεί στο δικαστήριο στο οποίο έχει ασκηθεί η ανακοπή, ακόμη κι αν η τελευταία κατατέθηκε σε αναρμόδιο δικαστήριο. Τέλος, η αίτηση αναστολής εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 686επ. ως μη γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο και γίνεται δεκτή εφόσον πιθανολογηθεί η ευδοκίμηση της ανακοπής και υπάρχει κίνδυνος βλάβης. Η έκδοση απόφασης που κάνει δεκτή την αίτηση αναστολής πρέπει οπωσδήποτε να γνωστοποιείται στα όργανα της εκτέλεσης, καθώς σε διαφορετική περίπτωση αυτά εγκύρως θα διενεργούν πράξεις εκτέλεσης, παρά την ύπαρξη απόφασης που διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης (ΚΠολΔ 939). Τούτο διότι η απόφαση της αναστολής δεν είναι διαπλαστική και δεν παράγει διαπλαστική ενέργεια με ισχύ απέναντι σε όλους[1]. Απλώς περιέχει μια διαταγή, που απευθύνεται στα εκτελεστικά όργανα και γεννά τη δημόσια υποχρέωση να μην ενεργήσουν κάποια πράξη της εκτέλεσης, που άλλως θα είχαν καθήκον να ενεργήσουν.

Αντίθετα στην περίπτωση έμμεσης εκτέλεσης – όπως είναι η εκτέλεση για χρηματική απαίτηση – η δυνατότητα υποβολής αίτησης αναστολής έχει μετατεθεί χρονικά και χορηγείται μόνο στο δικαστήριο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί κατά απόφασης που έχει εκδοθεί επί ασκηθείσας ανακοπής (ΚΠολΔ 937 παρ. 1 περ. β΄ εδ. 3). Είναι αδύνατη δηλαδή πλέον η υποβολή αίτησης αναστολής αμέσως μετά την έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Θα πρέπει δηλαδή να ασκήσουμε ανακοπή, να περιμένουμε να εκδοθεί απόφαση κατ’ αυτής, να προσβάλλουμε αυτήν με κάποιο ένδικο μέσο και ενώπιον του δικαστηρίου του ενδίκου μέσου να υποβάλλουμε αίτηση αναστολής, εφόσον βέβαια εν τω μεταξύ δεν έχει ολοκληρωθεί η εκτελεστική διαδικασία.

Η νομοθετική αυτή ρύθμιση έχει δημιουργήσει σοβαρά ζητήματα, στις εξής δύο περιπτώσεις:

Πρώτον, στην περίπτωση κατά την οποία πλησιάζει η ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού και δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση επί ανακοπής που έχει ασκηθεί, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον οφειλέτη να ασκήσει κάποιο ένδικο μέσο κατά της απόφασης επί της ανακοπής και να υποβάλλει στη συνέχεια αίτηση αναστολής. Υπενθυμίζουμε ότι ο πλειστηριασμός διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 954 παρ. 2 περ. ε΄ σε επτά έως οκτώ μήνες από την επιβολή της κατάσχεσης. Εντός αυτού του διαστήματος συνεπώς θα πρέπει να έχει οπωσδήποτε εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής ώστε να μπορέσει ο οφειλέτης να ασκήσει ένδικο μέσο και να υποβάλλει στη συνέχεια αίτηση αναστολής. Πράγματι αυτή ήταν η βούληση του νομοθέτη με τις διατάξεις των παρ. 2 και 6 του άρθρου 933 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες η συζήτηση της ανακοπής θα πρέπει οπωσδήποτε να διεξαχθεί εντός 60 ημερών από την κατάθεση της, ενώ η απόφαση επί της ανακοπής θα πρέπει οπωσδήποτε να εκδοθεί εντός 60 ημερών από τη συζήτηση. Στο υποθετικό σενάριο λοιπόν, κατά το οποίο η ανακοπή του 933 ΚΠολΔ ασκείται την 45η ημέρα (τελευταία ημέρα της προθεσμίας κατά το άρθρο 934 παρ. 1 περ. α΄, εδ. α΄ ΚΠολΔ) από την επιβολή της κατάσχεσης, η απόφαση επί της ανακοπής σύμφωνα με τα ανωτέρω θα πρέπει να εκδοθεί εντός τεσσάρων μηνών από την κατάθεσή της, ήτοι τουλάχιστον τρεις μήνες πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού. Στην πραγματικότητα όμως της δικαστηριακής πρακτικής οι προθεσμίες αυτές δεν τηρούνται με υπαρκτό τον κίνδυνο διενέργειας και της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, ήτοι του πλειστηριασμού, χωρίς να έχει δοθεί δυνατότητα υποβολής αίτησης αναστολής στον οφειλέτη.

Δεύτερον, στην περίπτωση κατά την οποία επιβάλλεται κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Στην περίπτωση αυτή δεν ακολουθεί η διενέργεια πλειστηριασμού – με την εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρου 988 ΚΠολΔ – και η εκτελεστική διαδικασία ολοκληρώνεται με την απόδοση του ποσού από τον τρίτο στον οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η διαδικασία ολοκληρώνεται τόσο γρήγορα (μετά από οκτώ ημέρες αφότου το κατασχετήριο κοινοποιηθεί στον καθού η εκτέλεση, οφείλει ο τρίτος να αποδώσει το κατασχεθέν ποσό) που καθίσταται απίθανο να έχει εκδοθεί εντός αυτού του διαστήματος απόφαση επί ασκηθείσας ανακοπής, ώστε να μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης και να υποβληθεί αίτηση αναστολής, προτού τουλάχιστον αποδοθεί το ποσό από τον τρίτο στον δανειστή.

Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει οπωσδήποτε να χορηγείται η δυνατότητα υποβολής αίτησης αναστολής με την υιοθέτηση μίας εκ των παρακάτω υποστηριζόμενων απόψεων:

α) Η διάταξη του άρθρου 937 § 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ, κατά το μέτρο που αποκλείει εξ αντιδιαστολής τη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης σε κάθε άλλη περίπτωση πλην της άμεσης εκτέλεσης, τελεί σε ευθεία αντίθεση προς το άρθρο 20 § 1 Συντ. και το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ και ως εκ τούτου αξιολογείται ως ανίσχυρη[2]. Η λύση αυτή απολήγει κατ’ αποτέλεσμα στο επιτρεπτό της χορήγησης αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 937 § 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ και σε κάθε άλλη περίπτωση επίσπευσης πράξεων εκτελεστικής διαδικασίας και υπό τις προϋποθέσεις που έως πρότινος έτασσε το άρθρο 938 ΚΠολΔ (πιθανολόγηση της ευδοκίμησης της ανακοπής και του κινδύνου βλάβης).

Ως επιχειρήματα της άποψης αυτής υποστηρίζονται τα εξής: Κατά την απολύτως κρατούσα γνώμη, η αξίωση έννομης προστασίας περιλαμβάνει και την προσωρινή έννομη προστασία[3]. Μάλιστα ήδη πριν τον ν. 4335/2015 γινόταν ευρύτατα αποδεκτό ότι η αίτηση αναστολής εκτέλεσης διαθέτει συνταγματικά και υπερνομοθετικά ερείσματα στα άρθρα 20 § 1 Συντ. και 6 § 1 ΕΣΔΑ[4]. Στο πλαίσιο αυτό το ΣτΕ αξιολόγησε ως αντισυνταγματική τη ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 16Α του ν. 1730/1987 (φ. 135Α), που προστέθηκε με το άρθρο 27 του ν. 1941/1991 (φ. 41Α), η οποία προβλέπει μεταξύ άλλων, ότι οι πράξεις της Διοίκησης με τις οποίες λαμβάνονται μέτρα που αφορούν στις άδειες ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών δεν υπόκεινται σε αναστολή από διοικητική ή δικαστική αρχή (ΣτΕ 718/1993, Αρμ 1993.1169). Αντισυνταγματικοί κρίθηκαν ακόμη οι περιορισμοί της αναστολής εκτέλεσης των άρθρων 8-9 ν. 3869/2010 (ΕιρΚρωπ 342/2016 ΝΟΜΟΣ) και 9 ν. 4332/1929 (περιορισμοί στην αναστολή εκτέλεσης που επισπεύδεται από την ΑτΕ, βλ. ΕφΑιγ 11/2014).

 

Εξάλλου στο πλαίσιο του συστήματος της ΕΣΔΑ, όπου η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει κατ’ επανάληψη αναγνωρίσει ότι η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί εκδήλωση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και ως εκ τούτου πρέπει να ανταποκρίνεται στις εγγυήσεις του δικαιώματος, το υπερνομοθετικό έρεισμα των ενδίκων βοηθημάτων που κατατείνουν στην αναστολή της εκτέλεσης προσλαμβάνει ακόμη ασφαλέστερο ερμηνευτικό έρεισμα. Χρήσιμη προς την κατεύθυνση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί και η Σύσταση 17/2003 του Συμβουλίου Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία υιοθετήθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 στ. β΄ του Κανονισμού ΣΕ κατά την 851η Σύνοδο της 09.09.2003 (Recommendation Rec (2003) 17 of the Committee of Ministers to member states on enforcement, διαθέσιμο ηλεκτρονικά σε https://wcd.coe.int [: Rec (2003) 17]). Παρά το γεγονός ότι το νομικό κείμενο αυτό δεν προέρχεται από το ΕΔΔΑ, ούτε έχει κανονιστική εμβέλεια, παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι θέτει ορισμένες γενικές αρχές αναφορικά με την αποτελεσματικότητα της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες ενόψει της κοινής υιοθέτησής τους από το ανώτερο καταστατικό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί να γίνει δεκτό ότι ενσωματώνουν έναν ελάχιστο νοηματικό πυρήνα της θεσμικής κατοχύρωσης του δικαιώματος άμυνας του καθού η εκτέλεση στο σύστημα της ΕΣΔΑ, όπως άλλωστε συνάγεται και από την ανάληψη κοινής δέσμευσης των κρατών μελών για τη σταδιακή υιοθέτηση στα επιμέρους εθνικά δίκαιά τους, των αρχών της σύστασης.

 

Το πεδίο εφαρμογής της Σύστασης καταλαμβάνει τις αστικές διαφορές, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών, καταναλωτικών, εργατικών και οικογενειακών διαφορών. Επιπλέον καταλαμβάνεται η εκτέλεση προεχόντως των εκτελεστών δικαστικών αποφάσεων αλλά και κάθε άλλου εκτελεστού τίτλου, ανεξάρτητα από τη δικαστική ή μη προέλευσή του (Rec 2003 17, άρθρ., Ι a και ΙΙ.2). Η Σύσταση υιοθετεί μεταξύ άλλων τις ακόλουθες αρχές: τα συμβαλλόμενα κράτη πρέπει να θέτουν στη διάθεση των μερών μηχανισμούς πρόληψης των καταχρήσεων, ενώ κατά τη διάρκεια της εκτελεστικής διαδικασίας θα πρέπει να τηρείται η ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του επισπεύδοντος, του καθού η εκτέλεση και των τρίτων.

 

Ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία προσβάλλεται μόνο η επιταγή προς πληρωμή, χωρίς ο επισπεύδων δανειστής να έχει προλάβει να επιβάλει κατάσχεση ή άλλο μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, αποκλεισμός της δυνατότητας αναστολής θα περιήγαγε τον καθού η εκτέλεση που διαθέτει περιουσιακά στοιχεία περισσότερων κατηγοριών (π.χ. ακίνητα και τραπεζικούς λογαριασμούς) σε αδικαιολόγητα μειονεκτική θέση. Τούτο, διότι σε αυτό το σημείο δεν είναι ακόμη γνωστό κατά τον χρόνο άσκησης της ανακοπής ποια διαδικαστική πορεία θα προσλάβει η εκτελεστική διαδικασία και μέσω ποιων μέσων θα επιδιώξει την ικανοποίησή του ο δανειστής.

 

Ήδη η νομολογία έχει αποδεχθεί την παραπάνω λύση, βλ. ΜΠρΑμαλ 58/2017 ΝΟΜΟΣ και ΜπρΒόλ 499/2018 ΝΟΜΟΣ, κατά την πρώτη απόφαση: «ο εξαναγκασμός του οφειλέτη να υποστεί εκτέλεση χωρίς να μπορεί να αμυνθεί έγκαιρα του στερεί το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που δικαιούται κατ’ άρθ. 20 Συντ… Στέρηση που ορισμένες φορές μπορεί να λάβει τον χαρακτήρα έντονης αδικίας, αν π.χ. ο οφειλέτης επικαλείται εξόφληση ή την υπαγωγή του σε καθεστώς που ενέχει απαγόρευση λήψης διωκτικών μέτρων εναντίον του κλπ… Γ) Υπό το πρίσμα αυτό, δύσκολα θα μπορούσε να ευσταθεί συνταγματικά η ανωτέρω εκδοχή, καθόσον επιπλέον, ως έχει η γραμματική διατύπωση του νόμου, η προσωρινή προστασία του οφειλέτη δεν εξαρτάται από το νομικό και ουσιαστικό βάρος των αντιρρήσεών του και την έκταση της βλάβης που θα υποστεί, αλλά από τυχαίο γεγονός: ποιο δηλαδή μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης επισπεύδει κάθε φορά ο δανειστής ως πιο πρόσφορο για την ικανοποίησή του».

 

Σε κάθε περίπτωση στην ίδια λύση, ήτοι τη χορήγηση της δυνατότητας υποβολής αίτησης αναστολής εκτέλεσης και στην περίπτωση επίσπευσης έμμεσης εκτέλεσης, καταλήγουμε όχι μόνο κατά την άποψη σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση του άρθρου 937 § 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ που αποκλείει την δυνατότητα αναστολής σε κάθε άλλη περίπτωση εκτέλεσης πλην της άμεσης είναι αντισυνταγματική και αντίθετη στην ΕΣΔΑ, αλλά και β) κατά την άποψη σύμφωνα με την οποία η έλλειψη νομοθετικής ρύθμισης για την περίπτωση που ακολουθήσει κατάσχεση εις χείρας τρίτου (982επ. ΚΠολΔ) ή κατάσχεση χρημάτων (957) πρέπει να αποδοθεί σε ακούσιο κενό[5] δικαιολογεί την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 937 § 1 στ. γ΄ ΚΠολΔ και γ) κατ’ άλλη γνώμη ακόμη και των ρυθμίσεων περί προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης[6] (731-732 ΚΠολΔ).

 

——————————————————————————-

[1] Μπέης Κ., Μαθήματα πολιτικής δικονομίας, αναγκαστική εκτέλεση, σελ. 266.
[2] Γιαννόπουλος Π., Ο περιορισμός της δικαστικής αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 937 παρ. 1 στ. γ΄ ΚΠολΔ υπό το πρίσμα της αξίωσης παροχής έννομης προστασίας (με αφορμή τις ΜΠρΚαλ 202/2017 και ΜΠρΑμαλ 58/2017), ΕΠολΔ 2017, σελ. 320 επ.
[3] βλ. Μητσόπουλο, ΠολΔ, τ. Α, 1972, σ. 37επ., Μπέη, ΠολΔ, Εισαγ. 682 – 738, σ. 16, Κεραμεύ/Κονδύλη/Νίκα (-Κράνη), ΚΠολΔ, Εισαγ. 682 – 738, αρ. 6, Γέσιου – Φαλτσή, Απαγόρευση κατάσχεσης ακινήτων που τελούν υπό δικαστική μεσεγγύηση, ΕλλΔνη 2005, 1384: 1391 – 1391, Ορφανίδη, σ. 51, Παυλόπουλο, Οριστική και προσωρινή δικαστική προστασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, ΤοΣ 1994, 521, Παναγόπουλο, Η δικονομική αξίωση παροχής δικαστικής προστασίας στις διαφορές και υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος και το δικαίωμα λήψης ασφαλιστικών μέτρων, Δ 1982.145: 161, Δετσαρίδη, Το δικαίωμα παροχής προσωρινής έννομης προστασίας στις φορολογικές διαφορές. Κριτική των διατάξεων του Ν. 3900/2010, ΔΦΝ 2011.347, από τη νομολογία βλ. ΑΠ 93/2017 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 718/1993, Αρμ 1993.1169, ΣτΕ 35/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5920/2014, ΔΕΕ 2014.1158, ΔΕφΑθ 16-17/2015 ΝΟΜΟΣ, ΔΕφΑθ 109/2014 ΝΟΜΟΣ, ΔΕφΑθ 116/2014 ΝΟΜΟΣ, ΔΠρΑθ 127/2017 ΝΟΜΟΣ.
[4] βλ. Δαγτόγλου, Η συνταγματικότητα του νομοθετικού αποκλεισμού της ανακοπής εκτελέσεως, ΕλλΔνη 1984.533επ., τον ίδιο, Η συνταγματικότητα του νομοθετικού αποκλεισμού της αναστολής ή αναβολής πλειστηριασμού, Δ 1991.75επ., Σκουρή, Η δικαστική αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών πράξεων, 1986, σ. 161επ., Μπέη, Προσωρινή δικαστική προστασία κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, Δ 2000.643επ.
[5] Τσαντίνης, Η αναστολή εκτέλεσης μετά τον ν. 4335/2015 (με αφορμή την ΕιρΚερ 28/2017), ΝοΒ 2017.265επ.:268, Ορφανίδης, Η αναστολή εκτέλεσης για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων μετά τον ν. 5335/2015, 2017, σ. 80επ. Αντιθέτως για εκούσιο κενό κάνει λόγο ο Κολοτούρος, Συνέπειες της αναγκαστικής κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, ΕΠολΔ 2016, σελ. 128 επ.
[6] βλ. ΣυμβΑΠ 142/2016 αδημ., ΣυμβΑΠ 11/2017, ΕλλΔνη 2017.415.