Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα έφεσης

Το προδικαστικό ζήτημα των τόκων ως αναγκαίως συνεχόμενο κεφάλαιο της κύριας απαίτησης στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (effectus devolutivus) (ΚΠολΔ 522) και του προσδιορισμού του αντικειμένου της δίκης στο εφετείο.

 

Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφαιρείται δηλαδή αυτή από τη δικαιοδοτική εξουσία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και μεταβιβάζεται στο δικαστήριο του δευτέρου βαθμού, το οποίο κρίνει για το παραδεκτό της έφεσης και το βάσιμο των λόγων της.

 

Με τη διάταξη του 522 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί ειδική εκδήλωση  των αρχών της ελευθερίας διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης, τις οποίες καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ, ορίζεται το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης και η έκταση της μεταβιβαστικής της ιδιότητας. Τόσο η έκταση του μέρους (κεφαλαίων) της πρωτοβάθμιας απόφασης, που θα αποτελέσει αντικείμενο της δευτεροβάθμιας κρίσης, όσο και τα υποτιθέμενα σφάλματα της εκκαλουμένης, που θα ελεγχθούν από το εφετείο, οριοθετούνται από την πρωτοβουλία του εκκαλούντος και μόνο. Ως εκ τούτου αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης δεν θα μπορούσε να είναι παρά μόνο ότι κατέστη αντικείμενο προσβολής με την έφεση.

 

Όπως λοιπόν, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα καθορίζει κατά βάση την έκταση της διαδικασίας κατά την έκκλητη δίκη και την εξουσία του εφετείου (διττή λειτουργία), έτσι (διττά) καθορίζεται αυτό από τους λόγους της έφεσης καθώς και από τα κεφάλαια τα οποία προσβάλλονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (522).

 

Κανόνας (με κάποιες εξαιρέσεις) είναι πως όποιο κεφάλαιο της απόφασης εκκαλείται μετάγεται (tantum devolutum quantum appellatum). Ως κεφάλαιο νοείται το μέρος εκείνο της απόφασης με το οποίο το δικαστήριο αποφαίνεται επί αυτοτελούς αίτησης δικαστικής προστασίας.

 

Συμπερασματικά, και κατ’ εφαρμογή των αρχών διάθεσης και συζήτησης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις οριστικές διατάξεις της, την εξαφάνιση των οποίων ζήτησε ο εκκαλών, διαφορετικά η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ. Επιπλέον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να δεχτεί το αίτημα του εκκαλούντος προς εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, παρά μόνο για εκείνους τους λόγους, στους οποίους ο εκκαλών στήριξε το αίτημα του, διαφορετικά η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

 

Η λύση δε μπορεί να είναι διαφορετική, ούτε στην περίπτωση κατά την οποία τα κεφάλαια της απόφασης τυγχάνουν αναγκαίως συνεχόμενα διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας – ήτοι σε δεσμό άμεσης αναγκαιότητας μεταξύ τους με τη μορφή λόγου και ακολουθίας – παρά το γεγονός ότι σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις μεταξύ πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Κλασικό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης αποτελεί η σχέση κύριας απαίτησης και τόκων.

 

Εάν λοιπόν ασκηθεί αγωγή, με την οποία ζητείται η κύρια απαίτηση, καθώς και οι τόκοι αυτής, εισάγονται στο δικαστήριο δύο αντικείμενα δίκης. Σύμφωνα με την διμελή θεωρία, το αντικείμενο της δίκης συγκροτείται από το αίτημα της αγωγής, (στο οποίο περιλαμβάνεται η αίτηση για παροχή δικαστικής προστασίας και ο αφηρημένος νομικός ισχυρισμός) και από την επικληθείσα ιστορική βάση. Μπορεί, δηλαδή η κύρια απαίτηση και οι τόκοι να προέρχονται από το ίδιο βιοτικό συμβάν, το αίτημα όμως της αγωγής είναι αυτό που διακρίνει τις δύο αξιώσεις και δημιουργεί δύο αντικείμενα δίκης.

 

Αποτέλεσμα αυτού είναι, εφόσον το δικαστήριο εξέδωσε τελειωτική απόφαση – ήτοι οριστική απόφαση και για τα δύο αντικείμενα δίκης – να έχουμε δύο ξεχωριστά κεφάλαια, καθώς ο δικαστής έχει αποφανθεί επί δύο αυτοτελών αιτήσεων δικαστικής προστασίας. Εάν ο εκκαλών σε αυτή την περίπτωση προσβάλει μόνο το μέρος της απόφασης που αποφάνθηκε επί της κύριας απαίτησης, το Εφετείο, σύμφωνα και με τα παραπάνω, δεν έχει την εξουσία μετά την εξαφάνιση της απόφασης και κατά την αναδίκαση της υπόθεσης να αποφανθεί και ως προς το κεφάλαιο των τόκων, ως προς μέρος δηλαδή της απόφασης (που συγκροτεί ξεχωριστό κεφάλαιο) το οποίο δεν έχει προσβληθεί με έφεση, και το οποίο επομένως έχει τελεσιδικήσει, καλυπτόμενο με τη δύναμη του δεδικασμένου.

 

Σε διαφορετική περίπτωση το Εφετείο θα παραβίαζε όχι μόνο το άρθρο 522 ΚΠολΔ, στο οποίο ρητά ορίζεται πως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (όπου έφεση εννοείται λόγοι και αίτημα έφεσης), αλλά και μία εκ των θεμελιωδών δικονομικών αρχών, αυτή της αρχής διαθέσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 106 ΚΠολΔ «το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου». Με την θέσπιση της αρχής διαθέσεως ο νομοθέτης εξαρτά την έναρξη, αλλά και την συνέχιση της δίκης στο εφετείο από την πρωτοβουλία του ενδιαφερόμενου προσώπου.

 

Επιπροσθέτως καθίσταται ανεπίτρεπτη η επιδίκαση από το δικαστήριο άλλου, ποιοτικώς ή ποσοτικώς, πράγματος σε σχέση με το αρχικώς υποβληθέν εκ μέρους των διαδίκων αίτημα, το οποίο και περιορίζει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την εξουσία του δικαστηρίου (ne eat iudex ultra petita partium), ειδάλλως, στοιχειοθετείται η αναιρετική πλημμέλεια του υπ’ αριθμόν 9 λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

 

Παρά ταύτα παλαιότερη νομολογία του Αρείου Πάγου[1] έκανε δεκτό ότι εάν ο εκκαλών προσβάλει με την έφεσή του την οριστική διάταξη της εκκαλουμένης ως προς την απαίτηση του κεφαλαίου, το μεταβιβαστικό αυτής αποτέλεσμα επεκτείνεται και καταλαμβάνει και την οριστική διάταξη ως προς την απαίτηση για τους τόκους, λόγω της σχέσης προδικαστικότητας, η οποία κατά το ουσιαστικό δίκαιο υφίσταται μεταξύ τους, λόγω δηλαδή της αναγκαίας συνοχής των κεφαλαίων αυτών. Τη νομολογιακή αυτή κατασκευή υιοθέτησε και μερίδα (μειοψηφική) της παλαιότερης ιδίως θεωρίας, με αφορμή επίσης το παράδειγμα τόκων – κύριας απαίτησης, με την ίδια ακριβώς αιτιολογία.

 

Ήδη όμως η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει υπαναχωρήσει από την παραπάνω θέση της, δεχόμενη σταθερά ότι παρά την ύπαρξη δεσμού αναγκαίας συνοχής, το μη αρχικώς εκκληθέν κεφάλαιο των τόκων δεν μεταβιβάζεται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εάν και αυτό δεν προσβληθεί αυτοτελώς με πρόσθετο λόγο έφεσης ή με αντέφεση[2].

 

Συνεπώς στην περίπτωση κατά την οποία η αγωγή γίνει μερικώς δεκτή ως προς την απαίτηση και απορριφθεί έστω και σιωπηρά ως προς τους τόκους, ο δε ενάγων ασκήσει έφεση, παραπονούμενος αποκλειστικά για την εν μέρει απόρριψη της αγωγής του ως προς την απαίτηση, το κεφάλαιο των τόκων δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μαζί με το εκκληθέν κεφάλαιο και άρα η εκκληθείσα απόφαση δε μπορεί να εξαφανιστεί και ως προς το ποσό των τόκων.

 

Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί, ότι παρότι η νομολογιακή κατασκευή της αυτόματης συμπροσβολής των αναγκαίως συνεχόμενων κεφαλαίων έχει πλέον εγκαταλειφθεί όσον αφορά το κεφάλαιο των τόκων, επιβιώνει ιδίως στον συσχετισμό αγωγής και ενστάσεων, αλλά και σε περιπτώσεις προδικαστικότητας μεταξύ πλειόνων αυτοτελών αιτήσεων παροχής δικαστικής προστασία, οι οποίες δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από την περίπτωση του αιτήματος των τόκων, καθώς και επί υποκειμενικής σώρευσης αγωγών[3].

—————————————————————————-

[1] ΑΠ 165/1974 ΝοΒ 1974 σελ. 1052, ΑΠ 728/1980 ΝοΒ 1981 σελ. 33, ΑΠ 1811/1984 ΕλλΔνη 1985 σελ. 220, ΑΠ 995/1987 ΕΕΝ 1988 σελ. 450, ΑΠ 1699/1991 ΕλλΔνη 1993 σελ. 579.
[2] ΑΠ 174/2010 ΕΠολΔ 2010 σελ. 860 και ΑΠ 842/2010 ΕΠολΔ 2010 σελ. 861 αμφότερες με σημείωμα Μπαμπινιώτη, ΑΠ 1116/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1449/2014 ΝΟΜΟΣ.
[3] Βλ. Μπαμπινιώτη, Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης και αντικείμενο της έκκλητης δίκης,  εκδ. Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 522.