Η παρέμβαση στην εκούσια δικαιοδοσία

Το ένδικο βοήθημα της παρέμβασης στα πλαίσια της εκούσιας δικαιοδοσίας

Αντίθετα με τη διαγνωστική δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, η εκούσια δικαιοδοσία δεν έχει ως αντικείμενο δικαίωμα σχετικά με το οποίο να ζητείται αναγνώριση, διάπλαση ή καταψήφιση[1]. Οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας έχουν ως αντικείμενο ρυθμιστικά μέτρα, τα οποία λαμβάνονται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο και έχουν διαπλαστικό ή διαπιστωτικό χαρακτήρα[2]. Αντικείμενο της δίκης είναι η διάπλαση που συντελείται με τα διατασσόμενα ρυθμιστικά μέτρα, δίχως την προηγούμενη δικαστική διάγνωση οποιουδήποτε δικαιώματος.

Η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητά της, υπό την έννοια ότι ο δικαστής έχει την εξουσία να προσαρμόζει τη διαδικασία στις ανάγκες και τις ιδιορρυθμίες της υπόθεσης που δικάζεται[3]. Από νομοτεχνική άποψη το άρθρο 741 αποτελεί διάταξη αντίστοιχη του άρθρου 591 § 1, καθώς όμως τα άρθρα 739-781 δεν εισάγουν απλώς διαδικαστικές αποκλίσεις, όπως οι ειδικές διαδικασίες έναντι της τακτικής, αλλά στοιχειοθετούν ένα νέο, διάφορο αντικείμενο, ως πρόσθετη προϋπόθεση για την ανάλογη εφαρμογή των γενικών διατάξεων του ΚΠολΔ τίθεται εδώ η ικανότητα προσαρμογής κάθε ρυθμίσεως προς τον ειδικότερο χαρακτήρα των υπαγόμενων υποθέσεων[4]. Έτσι επαφίεται κυρίως στη νομολογία η αναζήτηση των διατάξεων που δεν προσαρμόζονται στην προκείμενη διαδικασία. Επομένως οι γενικές διατάξεις εφαρμόζονται στη διαδικασία αυτή, μόνον όπου αυτές προσαρμόζονται προς τους σκοπούς της εκούσιας δικαιοδοσίας (741) [5].

Υπ’ αυτό το πρίσμα, θα πρέπει να εξεταστεί η λειτουργία του ένδικου αυτού βοηθήματος στην εκούσια δικαιοδοσία. Ως ένδικο βοήθημα υπό ευρεία έννοια, μπορεί να χαρακτηρισθεί κάθε δικονομικός μηχανισμός, δυνάμει του οποίου εξασφαλίζεται η ικανοποίηση ή η διαφύλαξη δικαιωμάτων[6]. Τα ένδικα βοηθήματα διακρίνονται σε αυτά που η άσκησή τους δεν οδηγεί αμέσως στη δημιουργία δίκης, στα εισαγωγικά δίκης και σε αυτά που ασκούνται εν όψει ήδη υφιστάμενης δίκης.

Μέσω της παρέμβασης τρίτος προσέρχεται και συμμετέχει σε δίκη που διεξάγεται μεταξύ άλλων, είτε για να αντιποιηθεί το επίδικο αντικείμενο (κύρια παρέμβαση), είτε για να υποστηρίξει τον έναν από τους αρχικούς διαδίκους (πρόσθετη παρέμβαση) [7]. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 συνάγεται ότι και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης.

Με την άσκηση κύριας παρέμβασης δεν ανοίγει μία νέα δίκη αλλά εισάγεται μια νέα διαφορά, η οποία κρίνεται στα πλαίσια μίας κοινής διαδικασίας μεταξύ των τριών πλέον, προσώπων[8]. Απ’ αυτό συμπεραίνουμε πως η κύρια παρέμβαση ανήκει στα ένδικα βοηθήματα τα οποία ασκούνται εν όψει ήδη υφιστάμενης δίκης.

Περαιτέρω, προβληματισμός υπήρξε σχετικά με το παραδεκτό της κύριας παρέμβασης στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με τον Ράμμο, κύρια παρέμβαση επί υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας δε νοείται, καθώς αυτή προϋποθέτει, αφενός μεν υπάρχουσα μεταξύ δύο άλλων αντιδικία, αφετέρου δε προβολή εκ μέρους του τρίτου αυτοτελών αξιώσεων και την επιδίωξη αναγνώρισης ή και ικανοποίησης αυτών[9]. Η θέση αυτή στηρίζεται σε δύο αποδοχές: Πρώτα, ότι το κριτήριο διάκρισης μεταξύ αμφισβητούμενης και εκούσιας δικαιοδοσίας έγκειται στην έλλειψη αντιδικίας. Αυτό το κριτήριο όμως είναι μονομερές, καθώς αντιδικία μπορεί να υπάρξει και στην εκούσια δικαιοδοσία. Και έπειτα στο ουσιαστικό κριτήριο της έννοιας της κύριας παρέμβασης, σύμφωνα με το οποίο το χαρακτηριστικό αυτής εντοπίζεται στην προβολή απ’ τον τρίτο ουσιαστικών αξιώσεων απέναντι στους δύο αρχικούς διαδίκους. Όμως κατά τον Κουσούλη το χαρακτηριστικό της κύριας παρέμβασης βρίσκεται στην υποβολή από τον τρίτο κυρίων και αυτοτελών αιτημάτων έναντι των αρχικών διαδίκων (δικονομικό κριτήριο) και όχι στην προβολή από τον τρίτο ιδίων και αυτοτελών δικαιωμάτων πάνω στο επίδικο (ουσιαστικό κριτήριο). Με αφετηρία την εκδοχή του δικονομικού κριτηρίου για την έννοια της κύριας παρέμβασης, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα πως αυτή είναι καθόλα σύμφωνη προς τη φύση των υποθέσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας, στο βαθμό που ο τρίτος παραδεκτά υποβάλλει στα πλαίσια αυτής ένα αυτοτελές αίτημα παροχής έννομης προστασίας το οποίο στρέφεται εναντίον του αιτούντος[10].

Ως κύρια παρέμβαση στην εκούσια δικαιοδοσία χαρακτηρίζεται η μορφή αυτόβουλης συμμετοχής στη δίκη, κατά την οποία ο τρίτος υποβάλλει έναντι του αιτούντος αυτοτελές αίτημα παροχής έννομης προστασίας[11]. Η δυνατότητα άσκησης κύριας παρέμβασης εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης και ειδικότερα από το ενδεχόμενο ν’ αναφανούν στο πλαίσιό της αντικρουόμενα συμφέροντα του τρίτου και του αιτούντος ή των αρχικών διαδίκων.

Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο.

Προβληματισμός υπάρχει σχετικά με τον χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως κύριας ή πρόσθετης λόγω της φύσης της εκούσιας δικαιοδοσίας. Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη[12], αν η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κύρια παρέμβαση, ενώ αν επιδιώκεται η αποδοχή της αίτησης, θα πρόκειται για πρόσθετη παρέμβαση.

Σύμφωνα με άλλη, διαδεδομένη στη νομολογία άποψη[13], αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση εκείνου που κίνησε τη διαδικασία τότε η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ αν αποκρούει την αίτηση του αρχικού διαδίκου πρέπει να γίνεται διάκριση: Εφόσον η απόκρουση της αίτησης γίνεται με το σκοπό παραδοχής αυτοτελούς αιτήσεως του παρεμβαίνοντος τότε πρόκειται για κύρια παρέμβαση, ενώ εφόσον ο παρεμβαίνων αρκείται σε μόνη την απόκρουση της αρχικής αίτησης τότε η παρέμβαση είναι πρόσθετη.

Κατά τον Μπέη η αντίληψη ότι αν τρίτος παρεμβαίνει και αποκρούει το αίτημα του μοναδικού ως τότε διαδίκου, θα πρόκειται για κύρια παρέμβαση, είναι λανθασμένη[14]. Ο πυρήνας της κύριας παρέμβασης εντοπίζεται στο αυτοτελές αίτημα δικαστικής προστασίας που υποβάλλει ο κυρίως παρεμβαίνων και με το οποίο αντιποιείται το αντικείμενο της δίκης. Δίχως αντιποίηση λοιπόν του αντικειμένου της δίκης, μόνη η απόκρουση του εκκρεμούς αρχικού αιτήματος, δε μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύρια παρέμβαση. Όμως στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας το δικαστήριο δεν προχωρεί σε δεσμευτική διάγνωση δικαιωμάτων, αλλά περιορίζεται στο να διατάξει ή μη το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο. Επομένως η αντιποίηση του αντικειμένου της δίκης με την κύρια παρέμβαση σε δίκη εκούσιας δικαιοδοσίας δε μπορεί να έχει το νόημα ότι ο παρεμβαίνων αντιποιείται το επίδικο δικαίωμα (αφού τέτοιο δικαίωμα δεν υπάρχει), αλλά απλά και μόνο ότι ο κυρίως παρεμβαίνων ζητά σωρευτικώς, αφενός να απορριφθεί το εισαγωγικό της δίκης αίτημα του αρχικού αιτούντος, και αφετέρου, να γίνει δεκτό το δικό του, έτσι ώστε να διαταχθεί το ρυθμιστικό μέτρο που είχε ζητήσει ο αιτών, υπέρ του ήδη κυρίως παρεμβαίνοντος και εναντίον των συμφερόντων του αρχικού αιτούντος. Ενώ πρόσθετη παρέμβαση έχουμε στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος δεν υποβάλλει νέο αυτοτελές αίτημα δικαστικής προστασίας, αλλά περιορίζεται είτε στην υποστήριξη, είτε στην απόκρουση του εκκρεμούς αρχικού αιτήματος.

Κατά τον Κουσούλη, θεμελιακό γνώρισμα της κύριας παρέμβασης είναι ο αμοιβαίος αποκλεισμός των αιτημάτων που υποβάλλονται (δικονομικό κριτήριο)[15]. Για παράδειγμα, στις δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το αίτημα του τρίτου για απόρριψη της αγωγής θεμελιώνει πρόσθετη παρέμβαση, γιατί με τον τρόπο αυτό, το αίτημα του τρίτου ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με το αίτημα του εναγόμενου. Στις δίκες όμως της εκούσιας δικαιοδοσίας που δε διεξάγονται κατ’ αντιδικία, το αίτημα του τρίτου για απόρριψη της αρχικής αίτησης αποκλείεται αμοιβαία με το αίτημα του αιτούντος, χωρίς παράλληλα να ταυτίζεται με το αίτημα κάποιου άλλου προσώπου που μετέχει στη δίκη, συντρέχει επομένως το χαρακτηριστικό του αμοιβαίου αποκλεισμού των αιτημάτων, το οποίο θεμελιώνει κύρια παρέμβαση. Η λύση αυτή ωστόσο, δε μπορεί να γίνει δεκτή για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, που δικάζονται κατ’ αντιδικία, καθώς εκεί η παρέμβαση του τρίτου, με την οποία ζητείται απλώς η απόρριψη της αίτησης, φέρει το χαρακτήρα της πρόσθετης, ακριβώς γιατί το αίτημα του παρεμβαίνοντος ταυτίζεται με το αίτημα του καθού η αίτηση, ώστε δε συντρέχει το χαρακτηριστικό του αμοιβαίου αποκλεισμού όλων των αιτημάτων που υποβάλλονται.

Ομόφωνα λοιπόν γίνεται δεκτό ότι πρόκειται για πρόσθετη παρέμβαση στην περίπτωση που ο τρίτος παρεμβαίνει προς υποστήριξη της αίτησης, καθώς και ότι πρόκειται για κύρια παρέμβαση στην περίπτωση που ο τρίτος ζητά την απόρριψη της αρχικής αίτησης και την παραδοχή ενός νέου, δικού του αυτοτελούς αιτήματος. Το πρόβλημα εντοπίζεται στην περίπτωση κατά την οποία ο παρεμβαίνων ζητά απλώς την απόρριψη της αρχικής αίτησης, χωρίς να υποβάλλει δικό του αυτοτελές αίτημα. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως για το παραδεκτό της κύριας παρέμβασης στην εκούσια δικαιοδοσία δεχόμαστε το δικονομικό κριτήριο της έννοιας της κύριας παρέμβασης, ορθότερη κρίνεται η θέση του Κουσούλη, κατά την οποία η διάκριση σε κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το παραπάνω κριτήριο.

Ως άσκηση κύριας παρέμβασης νοείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 747 παρ. 1 και 752 μόνη η κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, η οποία έγινε σε χρόνο που απέχει περισσότερο από 24 ώρες από τη συζήτηση της αίτησης, χωρίς για την ολοκλήρωσή της να απαιτείται και  η επίδοση του αντιγράφου της στον αιτούντα ή στον καθού η αίτηση[16]. Αυτό συμβαίνει διότι και επί κύριας παρέμβασης εφαρμόζονται οι διατυπώσεις για την άσκηση της αίτησης, για την ολοκλήρωση της οποίας αρκεί η κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται[17]. Κύρια παρέμβαση που ασκείται με τις προτάσεις είναι απαράδεκτη.

Ασκών της κύριας παρέμβασης μπορεί να είναι μόνο τρίτος, πρόσωπο δηλαδή, που δεν υπάγεται στην ειδικότερη έννοια του διαδίκου της εκούσιας δικαιοδοσίας, διαφορετικά η παρέμβαση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Άσκησή της αποκλείεται όταν η δίκη κινήθηκε με πρωτοβουλία του ίδιου του δικαστηρίου (ΚΠολΔ 747 παρ. 4), ενώ είναι αδιανόητη εκ μέρους του εισαγγελέα. Δεν αποκλείεται όμως η άσκηση κύριας παρέμβασης από τρίτο, σε δίκη που έχει ανοίξει ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα. Η νομότυπη άσκηση της παρέμβασης καθιστά τον παρεμβαίνοντα διάδικο της αρχικής δίκης, νομιμοποιούμενο πλέον μόνο στην άσκηση ενδίκου μέσου και όχι τριτανακοπής κατά της απόφασης (ΚΠολΔ 761, 767, 769). Η άσκηση παρέμβασης αποτελεί προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του διαδίκου και από εκείνον κατά του οποίου απευθύνθηκε η αίτηση ή απλώς του κοινοποιήθηκε με πρωτοβουλία του αιτούντος, χωρίς να διαταχθεί η κλήτευσή του από το δικαστήριο κατά το άρθρο 748 παρ. 3. Η παρέμβαση συνεκδικάζεται με την αρχική αίτηση, της οποίας αποτελεί παρεπόμενο[18].

Σύμφωνα με τα άρθρα 294, 297 και 299 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται αναλόγως και στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο κυρίως παρεμβαίνων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της παρέμβασης, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδει στον αιτούντα, έστω και χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, με την προϋπόθεση ότι η υπόθεση δεν έχει προχωρήσει στην επί της ουσίας συζήτηση της αίτησης, σε διαφορετική περίπτωση απαιτείται συναίνεση.

Προβολή ιδίων δικαιωμάτων και άρα εισαγωγή στη δίκη διαφοράς, είναι δυνατή και στην περίπτωση της πρόσθετης παρέμβασης, όταν αυτό γίνεται με σκοπό την ενίσχυση του υπερού η παρέμβαση διαδίκου και προς απόδειξη του απαιτούμενου για την άσκησή της εννόμου συμφέροντος[19]. Ως εκ τούτου και η πρόσθετη παρέμβαση θα πρέπει να θεωρηθεί ένδικο βοήθημα το οποίο ασκείται εν όψει ήδη υφιστάμενης δίκης.

Η πρόσθετη παρέμβαση στην εκούσια δικαιοδοσία μπορεί να είναι μόνο αυτοτελής, καθώς οι αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας έχουν διαπλαστική ενέργεια, ισχύουν δηλαδή έναντι πάντων (erga omnes), άρα και κατά του παρεμβαίνοντα (ΚΠολΔ 83).

Σε αντίθεση με την κύρια παρέμβαση, η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δίχως προδικασία[20]. Βασικό στοιχείο για το παραδεκτό της πρόσθετης παρέμβασης αποτελεί και στην εκούσια δικαιοδοσία το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος. Έννομο συμφέρον υπάρχει όταν η συμμετοχή στη δίκη αποσκοπεί στην προστασία δικαιώματος του παρεμβαίνοντος ή στην αποτροπή δημιουργίας νομικής του υποχρέωσης. Έχει κριθεί, ότι στην περίπτωση της πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων δεν υποχρεούται να δηλώσει τον διάδικο υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, πρέπει όμως αυτό να συνάγεται από το περιεχόμενο της παρέμβασης[21]. Η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (80), συνεπώς και ενώπιον του αναιρετικού τμήματος του Αρείου Πάγου.

 

 

———————————————————————————-

[1] Βλ. Μπότσαρη, Βάσεις και διαδικαστικά προβλήματα της εκούσιας δικαιοδοσίας, σ. 35.
[2] Μπέης, Δικονομία των ιδιωτικών διαφορών, σ. 236 – 239.
[3] Βλ. Μπότσαρης, Βάσεις και διαδικαστικά προβλήματα της εκούσιας δικαιοδοσίας, σ. 57.
[4] Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, (-Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ ΙΙ (2000), 741 αρ. 1.
[5] Βλ. Χαμηλοθώρης/Κλουκίνας Χ./Κλουκίνας Θ., Εκούσια Δικαιοδοσία Θεωρία – Νομολογία Τόμος Πρώτος. αρ. 7, αρ. 14.
[6] Κουσούλης, Οι πραγματικοί ισχυρισμοί στην πολιτική δίκη, Κεφ. Β΄ § 5 αρ. 1.
[7] Νίκας, Πολιτική Δικονομία I. Θεμελιώδεις έννοιες και αρχές Δικαιοδοσία – Αρμοδιότητα, § 28 αρ.1
[8] Το ελληνικό δικονομικό δίκαιο ακολουθεί το σύστημα της ενιαίας διαδικασίας. Βλ. Κουσούλης, Η κύρια παρέμβαση στην πολιτική δίκη, σ. 82.
[9] Κουσούλης, Η κύρια παρέμβαση στην πολιτική δίκη, σ. 168.
[10] Κουσούλης, Η κύρια παρέμβαση στην πολιτική δίκη, σ. 169.
[11] Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, (-Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ ΙΙ (2000), 752 αρ. 3.
[12] ΕφΠειρ 1121/1995 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 8214/2000 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 120/2004 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚορινθ 301/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 713/2005 ΝΟΜΟΣ.
[13] ΜΠρΑθ 97/1976 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠειρ 759/1993 ΝΟΜΟΣ.
[14] Μπέης, Πολιτική Δικονομία – Γενικές αρχές και ερμηνεία των άρθρων, Εκούσια Δικαιοδοσία Ι. Γενικό Μέρος, σ. 282.
[15] Κουσούλης, Η κύρια παρέμβαση στην πολιτική δίκη, σ. 169.
[16] Χαμηλοθώρης/Κλουκίνας Χ./Κλουκίνας Θ., Εκούσια Δικαιοδοσία Θεωρία – Νομολογία Τόμος Πρώτος. αρ. 236-242.
[17] ΕφΘεσ 915/1997 ΝΟΜΟΣ.
[18] Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, (-Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ ΙΙ (2000), 752 αρ. 2.
[19] Κουσούλης, Η κύρια παρέμβαση στην πολιτική δίκη, σ. 147.
[20] Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, (-Αρβανιτάκης), ΚΠολΔ ΙΙ (2000), 752 αρ. 7.
[21] ΜΠρΙωαν 176/1982 Αρμ 1982, σ. 826.